ὑπόκυφος
ὑπόκυφος, somewhat humped
ὑπόκῡφος, ον,
- = ὑπόκυρτος, Str. 6.1.12.
ὑπό·κυφος, ος, ον [κῡ] un peu bossu, Str. 262.
Étym. ὑ. κυφός.
ὑπόκυφος, [κῡ], = ὑπόκυρτος, Schol. Luc. D.D. 7.4.
ὑπόκυφος
ὑπό-κῡφος, ον,
- somewhat humped, Strab.