About Report a problem

Menu

ὑπολαμπάς

ὑπολαμπάς, part of a stoa

ὑπολαμπ-άς, άδος, ἡ,
  • part of a στοά, possessing ἐπιστύλια, δοκοί, παραστάδες, a roof, and tiles, Inscr.Délos 366 A 14, al., cf. 338 Ab 84 (iii B. C.); κλεῖθρον τῆς ὑ. ib. 442 B 219 (ii B. C.); [Πτολεμαῖος] κατεῖδεν διά τινων ὑ. τοὺς Αἰγυπτίους παρὰ τὸν ποταμὸν ἀριστοποιουμένους Phylarch. 40 J.

Saved

Recent