Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπόφεως
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑπούργημα
ὑπουργηματικός
ὑπούργησις
ὑπουργητέον
ὑπουργητέος
ὑπουργία
ὑπουργικός
ὑπουργός
ὑπουργῶς
ὑπουρέω
ὑπουρίς
ὑπόφαιδρος
ὑποφαίνω
ὑπόφαιος
ὑπόφαιστον
ὑποφακώδης
ὑποφάλακρος
ὑπόφαντις
ὑποφαρμάσσω
ὑποφαρμάττω
ὑπόφασις
ὑποφᾶτις
ὑπόφαυλος
ὑπόφαυσις
ὑποφαύσκω
ὑπόφαυτις
ὑποφείδομαι
ὑποφειδομένως
ὑποφέρω
ὑποφεύγω
ὑπόφεως
ὑποφητεία
ὑποφητεύω
ὑποφήτης
ὑποφητικός
ὑποφῆτις
ὑποφήτωρ
ὑποφθαδόν
ὑποφθάλμιος
ὑποφθάνω
ὑποφθέγγομαι
ὑποφθείρω
ὑποφθίνω
ὑποφθονέω
ὑπόφθονος
ὑποφθόνως
ὑποφθορά
ὑποφθορεύς
ὑποφθόριος
ὑποφιάλιον
ὑποφιλέω
ὑπόφιμος
ὑποφλεγέθω
ὑποφλεγμαίνω
ὑποφλεγματίζω
ὑποφλεγματώδης
ὑποφλέγω
ὑπόφλοισβος
ὑποφοβέομαι
ὑπόφοβος
ὑποφοινίζω
…
ὑπόφεως
Save
LSJ
Pape
ὑπόφεως, ὁ,
= ὑπήκοον, Ps.-
Dsc.
4.67.
ὑπόφεως
, ὁ,
eine Pflanze
, Diosc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}