ὑποφᾶτις
ὑποφᾶτις, v. ὑποφῆτις.
ὑποφᾶτις, d’où acc. ὑποφᾶτιν, v. ὑποφῆτις.
ὑποφᾶτις, ιος, ἡ, dor. = ὑποφῆτις, fem. von ὑποφήτης, Verkünderin, Orakelpriesterin. Bei Pind. P. 2.76 hat Böckh διαβολιᾶν ὑποφάτιες in ὑποφαύτιες geändert.
ὑποφᾱτις
- 1whisperer ἄμαχον κακὸν ἀμφοτέροις διαβολιᾶν ὑποφάτιες (διάβολοι. Σ: v. Wil., 2902.) P. 2.76