ὑπόφαιος
ὑπόφαιος, somewhat grey
ὑπόφαιος, ον,
- somewhat grey, Erot. s.v. πελλόν (ubi ἱππόφαιον codd.), Phot. s.v. κίαλον.
ὑπόφαιος, etwas grau, Phot.