ὑπουργικός Save LSJ Pape ὑπουργ-ικός, ή, όν, = sq., δύναμις Procl. in Alc. p.68 C.; γένος Jul. Gal. 143b. ὑπουργικός, ή, όν, zum ὑπουργός gehörig, dienstfertig, gefällig, Sp.