Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠκύσημον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠκύμοιρος
ὠκύμολος
ὠκύμορος
Ὠκυνόη
ὠκύνοος
ὠκύνω
ὠκυπέδιλος
ὠκυπέτας
ὠκυπέτεια
Ὠκυπέτη
ὠκυπέτης
ὠκύπλανος
ὠκύπλοος
ὠκυποδέω
ὠκυπόδης
ὠκύποινος
ὠκύπομπος
ὠκυπομπός
ὠκυπορέω
ὠκύπορος
ὠκύπος
ὠκύπους
ὠκύπτερος
ὠκυρέεθρος
ὠκυρόας
Ὠκυρόη
ὠκυρόης
ὠκύροος
ὠκύρροος
ὠκύς
ὠκύσημον
ὠκύσκοπος
ὠκυσκόπος
ὠκύστολος
ὠκύτας
ὠκύτατος
ὠκύτης
ὠκυτόκειος
ὠκυτοκεύς
ὠκυτοκία
ὠκυτόκιος
ὠκύτοκον
ὠκυτόκος
ὠκύτοκος
Ὤκυτος
ὠκυφόνος
ὦκ’
ὦλαξ
ὠλάφιον
ὥλαφος
ὠλεκρανίζω
ὠλέκρανον
Ὠλέναδε
ὠλένη
Ὠλενίη
Ὠλενίη πέτρη
ὠλένιος
Ὠλένιος
ὠλενίς
ὠλενίτης
ὠλενῖτις
…
ὠκύσημον
Save
LSJ
ὠκύσημον (
-σιμον
cod.):
ταχέως φανερόν,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}