ῥήϊστος
ῥήϊστος, ῥηΐτατος, v. ῥᾴδιος.
ῥήϊστος, ion. u. ep. superl. zu ῥᾴδιος, = ῥᾷστος.
ῥήϊστος
-η, -ον
[superl. fr. ῥεῖα.]
The easiest or happiest, the most free from care : βιοτή Od. 4.565.