ῥηίδιος Save Autenrieth Homer ῥηίδιος (Att. ῥᾴδιος), comp. ῥηίτερος, sup. ῥηίτατος and ῥήιστος: easy; w. dat., also foll. by inf.; pers. for impers., ῥηίτεροι πολεμίζειν ἦσαν Ἀχαιοί, Il. 18.258.—Adv., ῥηιδίως, sup. ῥηίτατα, Il. 4.390, Od. 19.577.