διάθημα
διάθημα, ατος, τό,
- = διάθεμα, Ptol. ap. Heph.Astr. 2.11.
1 alianza, testamento
καλλείψας κόσμῳ εὐαγγελίης δ.
2
δ.· ἐπιτήδευμα
1 alianza, testamento
καλλείψας κόσμῳ εὐαγγελίης δ.
2
δ.· ἐπιτήδευμα