διαθιγή
διαθιγή, mutual contact
διαθῐγή, ἡ, (διαθιγγάνω)
- mutual contact, Leucipp. and Democr. ap. Arist. Metaph. 985b15, al.; v.l. διαθηγή, perh. = διάθεσις (cf. θήγη· θήκη, θέσις, τάξις, Hsch.).
fil. contacto mutuo de los átomos, organización como sinón. de τάξις:
διαφέρειν γάρ φασι τὸ ὂν ῥυσμῷ καὶ διαθιγῇ καὶ τροπῇ μόνον· τούτων ... ἐστιν, ἡ δὲ δ. τάξις
ὁρῶμεν δὲ τὸ αὐτὸ σῶμα συνεχὲς ὂν ... οὐ ... τοῦτο παθὸν οὐδὲ τροπῇ καὶ διαθιγῇ
ὠνόμαζε ... διαθιγὴν δὲ τὴν τάξιν τῷ τὰς μὲν εἶναι πρώτας
διαθιγή, ἡ, Berührung, Arist. gen. et int. 1.2 ; vgl. Democr. 2 p. 22 Mull.