Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μισηνοί
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μισαπόδημος
μισαργυρία
μισάρετος
μισάρχης
μίσασθαι
μίσγα
μισγάγκεια
μισγάγκειον
μίσγεσκον
μισγοδία
Μισγολαΐδας
μισγόλας
Μισγόλας
μισγόνομος
μίσγω
μισεία
μισέλλην
μίσεργος
μίσερως
μισέρως
μισεταιρία
μισέταιρος
μίσευμα
μισέω
Μίση
μισηδονία
μίσηθρον
μισήλιος
μίσημα
μισήνερως
Μισηνοί
Μισηνόν
μισητέον
μισητέος
μισητή
μισήτη
μισητής
μισητία
μισητίζω
μισητικός
μισητικῶς
μισητός
μίσητος
μίσητρον
μισθαποδοσία
μισθαποδοτέω
μισθαποδότης
μισθαποχή
μισθάριον
μισθαρνευτικός
μισθαρνεύω
μισθαρνέω
μισθάρνης
μισθαρνητικός
μισθαρνία
μισθαρνικός
μισθάρνισσα
μίσθαρνος
μισθαρχίδης
μίσθιος
μισθοδοσία
…
Μισηνοί
Save
Bailly 2024
Μισηνοί,
ῶν
(
οἱ
)
[
ῑ
]
c. le suiv.
Plut.
Mar.
34,
C. Gracch.
19,
Ant.
32
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}