μισαργυρία
μισαργυρία, hatred
μῑσ-αργῠρία, ἡ,
- hatred or contempt of money, D.S. 15.88.
μισ·αργυρία, ας (ἡ) [ῑῠ] haine ou mépris de l’argent, DS. 15, 88.
Étym. μ. ἀργύριον.
μισαργυρία, [μῑ], ἡ, Geldhaß, -verachtung, DS. 15.88.