θαμνώδης
θαμνώδης, ες,
- = θαμνοειδής, Thphr. HP 3.12.1 (Comp.), CP 5.12.5.
θαμνώδης, ης, ες, c. θαμνοειδής, Th. H.P. 3, 12, 1 ; Diosc. 3, 124, etc.
Étym. θ. -ωδης.
θαμνώδης, ες, = θαμνοειδής, Theophr.