θηροδίωξ
θηροδίωξ, hunter
θηρο-δίωξ [ῐ], ωκος, ὁ,
- hunter, Choerob. in Theod. 1.296, EM 451.23.
θηροδίωξ, ωκος, Tierverfolger ; Choerob. B.A. 1381 ; EM. 451.23.
θηροδίωξ, hunter