θορή
θορή, sperm
θορή, ἡ,
- = θορός, Hdt. 3.101, Alcmaeon Fr. 3D.
θορή, ῆς (ἡ) c. θορός, Hdt. 3, 101 ; Plut. M. 907a.
θορή, ἡ, der Samen, = θορός ; τοιαύτην δὲ καὶ Αἰθίοπες ἀπίενται θορήν Her. 3.101 ; Plut. plac.phil. 5.14.
θορή, ἡ,
= θορός, Hdt.
Θορῐκόνδε, adv.