θολερότης
θολερότης, turbidity
θολερ-ότης, ητος, ἡ,
- turbidity, Hp. Epid. 2.3.11.
θολερότης, ητος (ἡ) apparence trouble d’un liquide, Hpc. 1028d.
Étym. θολερός.
θολερότης, ητος, ἡ, das Trübsein, Hippocr.