θολερώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape θολερώδης, ες, dub. l. for θολώδης, Thphr. Ign. 24. θολερώδης, ης, ες, d’apparence trouble, Th. Ign. 24. Étym. θολερός, -ωδης. θολερώδης, ες, von trübem Ansehn, Theophr., καὶ ὀμιχλώδης, l.d.