κομίζω
κομίζω, κομίζω, take care of; carry, convey; (mid.) acquire
Could not find κομίσσω in Logeion dictionaries.
κομίσσω Verb: aorist active subjunctive 1st singular, Verb: future active indicative 1st singular, Verb: aorist middle indicative 2nd singular of κομίζω
- take care of, provide for, τόν γε γηράσκοντα κομίζω Il. 24.541; τόνδε τʼ ἐγὼ κομιῶ Od. 15.546; ἐμὲ κεῖνος ἐνδυκέως ἐκόμιζε 17.113, etc.; κόμισσε δὲ Πηνελόπεια, παῖδα δὲ ὢς ἀτίταλλε 18.322, cf. 20.68: rare in Trag., A. Ch. 262, 344; receive, treat, φιλίως, οὐ πολεμίως κ. Th. 3.65 codd.:—more freq. in Med., καί σε . . κομίσσατο ᾧ ἐνὶ οἴκῳ Il. 8.284, cf. Od. 14.316; Σίντιες . . ἄφαρ κομίσαντο πεσόντα Il. 1.594; κομίζεσθαί τινα ἐς τὴν οἰκίαν And. 1.127, cf. Is. 1.15:—Pass., οὔ τι κομιζόμενός γε θάμιζεν not often was he attended to, Od. 8.451.
- 2 of things, attend, give heed to, τὰ σʼ αὐτῆς ἔργα κόμιζε Il. 6.490, Od. 21.350; κτήματα μὲν . . κομιζέμεν ἐν μεγάροισι 23.355; δῶμα κ., of the mistress of the house, 16.74, etc.; τὸν χρυσόν Hdt. 1.153; ἔξω κ. πηλοῦ πόδα keep it out of the mud, A. Ch. 697:—Med., ἔργα κ. Δημήτερος Hes. Op. 393; Δημήτερος ἱερὸν ἀκτὴν μέτρῳ εὖ κομίσασθαι ἐν ἄγγεσιν store up . ., ib. 600.
- II carry away so as to preserve, Ἀμφίμαχον . . κόμισαν μετὰ λαὸν Ἀχαιῶν they carried away his body, Il. 13.196 (so in Med., κόμισαί με carry me safe away, 5.359, cf. E. IT 774); of things, τὴν δὲ κόμισσε κῆρυξ the herald took up the mantle, that it might not be lost, Il. 2.183; [τρυφάλειαν] κόμισαν . . ἑταῖροι 3.378, cf. 13.579; later, simply, save, rescue, ἄνδρʼ ἐκ θανάτου Pi. P. 3.56; ἄρουραν πατρίαν σφίσιν κόμισον Id. O. 2.14; of the dead, νεκρὸν κ. carry out to burial, E. Andr. 1264, cf. S. Aj. 1397:—in Med., Is. 8.21; also, simply, carry the body home, opp. θάπτω, A. Ch. 683, cf. Hdt. 4.71.
- 2 carry off as a prize or booty, χρυσὸν δʼ Ἀχιλεὺς ἐκόμισσε Il. 2.875; κόμισσα δὲ μώνυχας ἵππους 11.738; τέσσαρας ἐξ ἀέθλων νίκας ἐκόμιξαν four victories they won, Pi. N. 2.19; ἔπαινος, ὃν κομίζετον τοῦδʼ ἀνδρός S. OC 1411:—in Med., Orac. ap. Hdt. 1.67:—later freq., get for oneself, acquire, gain, δόξαν ἐσθλήν v.l. in E. Hipp. 432; τριώβολον Ar. V. 690; τὴν ἀξίαν Pl. R. 615c; τὰ ἆθλα αὐτῆς ib. 621d; κ. τί τινος S. OT 580; τι παρά τινος Th. 1.43; τι ἀπό τινος X. Cyr. 1.5.10; gather in, reap, καρπόν Hdt. 2.14: pf. Pass. in med. sense, ὑμεῖς τοὺς καρποὺς κεκόμισθε you have reaped the fruits, D. 18.231; κεκόμισται χάριν Id. 21.171; ὡμολόγει κεκομίσθαι τὴν προῖκα Id. 27.14, cf. Is. 5.22; simply, receive, ἐνηρόσιον SIG 1044.31 (Halic., iv/iii B.C.); ἐπιστολήν PCair.Zen. 186 (iii B.C.); μισθόν IG 42(1).99.24 (Epid., ii B.C.); ἀπʼ ἀλλήλων χρείας Phld. D. 3Fr. 84.
- 3 receive a missile in oneʼs body, ἀλλά τις Ἀργείων κόμισε χροΐ (sc. τὸν ἄκοντα) Il. 14.456, cf. 463:—Med., ὡς δή μιν σῷ ἐν χροῒ πᾶν κομίσαιο (sc. τὸ ἔγχος) 22.286.
- 4 carry, convey, κόμισαν δέπας 23.699, cf. Od. 13.68, Hdt. 5.83, etc.; κομίζοις ἂν σεαυτόν betake thyself, S. Ant. 444:—Pass., to be conveyed, journey, travel, by land or sea, Hdt. 5.43, etc.; εἴσω κομίζου get thee in, A. Ag. 1035, cf. Pr. 394; κ. παρά τινα betake oneself to him, Hdt. 1.73: in this sense fut. and aor. Med. sts. occur, κομιεύμεθα ἐς Σῖριν Id. 8.62; οἳ ἂν κομίσωνται . . ἐς Βαβυλῶνα Id. 1.185; ἔξω κομίσασθʼ οἴκων E. Tr. 167 (lyr.).
- 5 bring to a place, bring in, introduce, κόμιζέ νύν μοι παῖδα S. Aj. 530; import, Pl. R. 370e, etc.; ξενικοῦ κομισθέντος νομίσματος Id. Lg. 742c; κ. τὴν φιλοσοφίαν εἰς τοὺς Ἕλληνας Isoc. 11.28; οἱ κομίσαντες τὴν δόξαν ταύτην Arist. EN 1096a17, cf. Metaph. 990b2:—in Med., [τὸν ἀνδριάντα] ἐπὶ Δήλιον Hdt. 6.118; ποίμνας ἐς δόμους S. Aj. 63, cf. Ar. V. 833.
- 6 conduct, escort, τί μέλλεις κομίζειν δόμων τόνδʼ ἔσω; S. OT 678 (lyr.), cf. Ph. 841 (hex.), Th. 7.29, Pl. Phd. 113d, etc.; κ. ἐξ ὀμμάτων γυναῖκα τήνδε take her from my sight, E. Alc. 1064; κ. ναῦς Th. 2.85; ἄρχοντα Id. 8.61.
- 7 bring back from exile, Pi. P. 4.106 (dub.); τεὰν ψυχὰν κ. (from the world below), Id. N. 8.44; πάλιν κ. Pl. Phd. 107e, etc.
- 8 get back, recover, Pi. O. 13.59; τέκνων . . κομίσαι δέμας E. Supp. 273 (hex.), cf. 495:—Med., get back for oneself, τὸν παῖδα Id. Ba. 1225, cf. IT 1362; τὴν βασιλείαν Ar. Av. 549; τοὺς ἄνδρας Th. 1.113, cf. 4.117; τοὺς νεκροὺς ὑποσπόνδους κ. Id. 6.103; τὰ πρέποντα Id. 4.98; ἃ νῦν ἀπολαβεῖν οὐ δυνάμεθα διὰ πολέμου, ταῦτα διὰ πρεσβείας ῥᾳδίως κομιούμεθα Isoc. 8.22; esp. of money, recover debts, etc., Lys. 32.14, And. 1.38, D. 4.7, etc.; διπλάσια Lys. 19.57; τόκους πολλαπλασίους Pl. R. 556a, etc.; κ. τιμωρίαν παρά τινος Lys. 12.70; κ. τὴν θυγατέρα take back oneʼs daughter (on the death of her husband), Is. 8.8.
- 9 metaph., rescue from oblivion, ἀοιδοὶ καὶ λόγοι τὰ καλὰ ἔργʼ ἐκόμισαν Pi. N. 6.30.
- 10 bring, give, θράσος . . ἀνδράσι θνῄσκουσι κ. A. Ag. 804 (anap.):—Act. and Med. combined, χθὼν πάντα κομίζει καὶ πάλιν κομίζεται gives all things and gets them back again, Men. Mon. 539, cf. 89, 668.
- II cite as an authority, Θεμιστοκλέα Phld. Rh. 2.205 S.
- 12 Medic., extract, remove, Gal. 2.632.
- III Pass., come or go back, return, Hdt. 4.76, al.; ἐκομίσθησαν ἐπʼ οἴκου Th. 2.33, cf. 73; κομισθεὶς οἴκαδε Pl. R. 614b.
1. act. en med., met acc. zorg dragen voor
a. zorgen voor, verzorgen:
b. brengen, begeleiden, aanvoeren:
c. wegdragen, meenemen, behalen:
2. med.-pass., intrans. gaan, zich begeven (naar):
1) besorgen, warten, pflegen, mit dem Nötigen versehen ; den Gastfreund, τὸν δέ τʼ ἐγὼ κομιῶ, ξενίων δέ οἱ οὐ ποθὴ ἔσται Od. 15.546 ; ἃς ἐμὲ κεῖνος ἐνδυκέως ἐκόμιζε 17.111, vgl. 18.321 κόμισσε δὲ Πηνελόπεια, παῖδα δὲ ἃς ἀτίταλλε ; ernähren, κόμισσε δὲ δῖʼ Ἀφροδίτη τυρῷ καὶ μέλιτι 20.68 ; pass., οὔτι κομιζόμενός γε θάμιζεν, er ward nicht oft gepflegt, Homerisch = er ward gar nicht gepflegt, 8.451 ; im med., τινά, gastlich bei sich aufnehmen, Il. 8.284, Od. 14.316. – Auch von Sachen, besorgen, beschicken ; τὰ σαυτῆς ἔργα κόμιζε, ἱστόν τʼ ἠλακάτην τε Il. 6.490 u. wiederholt in der Od.; auch κτήματα κομίζειν, das Vermögen verwalten, Od. 23.355 ; im med., ἔργα κομίζεσθαι Δημήτερος Hes. O. 391, die Feldarbeit für sich besorgen, Δημήτερος ἱερὸν ἀκτὴν μέτρῳ εὐ κομίσασθαι ἐν ἄγγεσιν, die Feldfrucht nach dem Maße in Gefäßen wohl aufbewahren, 598 ; – ἀοιδοὶ καὶ λόγοι τὰ καλά σφιν ἔργʼ ἐκόμισαν Pind. N. 5.31 ; vgl. Aesch. Ch. 260, 340.
2) daran reiht sich νεκρὸν κομίζειν, Il. 13.196, den Toten besorgen, indem man ihn aufnimmt u. wegträgt, damit er nicht in die Hände der Feinde falle, aufhebenn. wegtragen ; ῥῖψʼ ἐπιδινήσας, er schleuderte den Helm, κόμισαν δʼ ἐρίηρες ἑταῖροι, 3.378 ; ἀπὸ δὲ χλαῖναν βάλε· τὴν δʼ ἐκόμισσε κῆρυξ, der Herold nahm das Kleid auf, 2.183 ; im med., κόμισαί με, bringe mich weg, bringe mich in Sicherheit, 5.359 ; ähnlich Σίντιες ἐκομίσαντο πεσόντα, sie hoben den vom Olymp gestürzten Hephästus auf u. verpflegten ihn bei sich, 1.594. – Daher davontragen, als Beute, χρυσόν, ἵππους, Il. 2.875, 11.738 ; ἄκοντα κόμισε χροΐ, er trug den Wurfspieß im Leibe davon, bekam einen Wurfspieß in den Leib, 14.456, vgl. 463 ; so im med., ἔγχος ἐν χροῒ κομίσασθαι, 22.286 ; Pind. τέσσαρας ἐξ ἀέθλων νίκας ἐκόμιξαν, N. 2.19.
3) übh. tragen, bringen, fortschaffen ; Il. 23.699, Od. 13.68 ; ἔξω κομίζων ὀλεθρίου πηλοῦ πόδα Aesch. Ch. 686, den Fuß aus dem Sumpfe tragend, lenkend ; θράσος ἀκούσιον ἀνδράσι θνήσκουσι κομίζων Ag. 778 ; κόμιζε νῦν μοι παῖδα Soph. Aj. 526 ; τί μέλλεις κομίζειν δόμων τῶνδʼ ἔσω O.R. 679 ; ἔπαινον O.C. 1413 ; πέμψον ἀμέμπτως, ἔνθʼ ἡ μεγάλη μοῖρα κομίζει, wohin die Parze führt, mitgehen heißt, Phil. 1452 ; vgl. Plat. Menex. 247c ; führen, ἀλλά νιν κομίζετʼ εἴσω Soph. Ant. 574 ; auch κομίζοις ἂν σεαυτὸν ᾗ θέλεις, ib. 444 ; κόμιζε πρὸς θεῶν ἀπʼ ὀμμάτων γυναῖκα τήνδε, schaff sie aus den Augen, Eur. Alc. 1064, wie im med., κομίζου δʼ ὡς τάχιστʼ ἐξ ὀμμάτων, Aesch. Suppl. 927 ; κομίζουσι τὸν νεκρὸν ἐν ἁμάξῃ ἐς ἄλλο ἔθνος, sie schaffen den Toten auf einem Wagen zu einem andern Volke, Her. 4.71 ; ἔδει τὴν μητέρα ζεύγεϊ κομισθῆναι ἐς τὸ ἱρόν 1.31 ; ναῦς Thuc. 2.85, 4.16 ; οἷ ὁ δαίμων ἕκαστον κομίζει Plat. Phaed. 113d ; εἷς κεκόμικεν ἀργύριον ἱκανόν Crit. 45b ; auch ὕδατα ἄνω πηγαῖα κομίσας, hinausleiten, Critia. 113e ; ἐξ ἄλλης πόλεως αὐτῇ κομιοῦσιν ὧν δεῖται Rep. II.370e ; – pass., gebracht werden, kommen, reisen, ziehen, bes. zurückkehren ; ὅταν μεταλλάξηταί τις, κομίζεται εἰς τὴν ἀγοράν Pol. 6.53.1 ; πεζῇ κομιζόμενος ἐς Παιονίην Her. 5.98 ; öfter im fut. u. aor. med., κομιεύμεθα ἐς Σίριν 8.62, οἳ ἂν κομίσωνται ἀπὸ τῆσδε τῆς θαλάττης ἐς Βαβυλῶνα 1.185 ; ἐκομίσθησαν ἐπʼ οἴκου Thuc. 2.33 ; ἡμέρας ἐσπείσατο ἐν αἷς εἰκὸς ἦν κομισθῆναι, in denen sie mutmaßlich zurückkehren konnten, 2.73 ; κομισθέντα ἐκ Λακεδαίμονος Plat. Legg. I.629b ; κομισθεὶς οἴκαδε Rep. X.614b ; Xen. u. Folgde.
Med. für sich fortbringen, sich Etwas verschaffen, sich erwerben ; δόξαν ἐσθλήν Eur. Hipp. 432 ; τὸ τριώβολον οὐ κομιεῖται Ar. Vesp. 690 ; σώφρονά τε ἀντὶ αἰσχρᾶς κομίσασθαι χάριν Thuc. 3.58 ; τὸ αὐτὸ παρʼ ὑμῶν 1.43 ; τὴν ἀξίαν ἂν παρὰ θεῶν κομιζοίμεθα Plat. Legg. IV.718a, öfter ; auch τόκους, Zinsen eintreiben, Rep. VIII.555e, wie τόκον παρά τινος Dem. 30.9 ; χρήματα Lys. 32.8, Geld einfordern ; ähnl. κομίζεσθαι τιμωρίαν 12.70 ; κομισάμενος τὴν θυγατέρα, nachdem ihr Mann gestorben, die Tochter wieder zu sich ins Haus nehmen, Isae. 8.8 ; anders Eur. Bacch. 1223, I.T. 1362. – Wieder bekommen, wiedererlangen ; εἰ μὴ κομιούμεθα τὴν βασιλείαν Ar. Av. 550 ; so bes. von den Gefallenen, τοὺς νεκροὺς ὑποσπόνδους Thuc. 6.103 ; Gefangene wiedererhalten, 1.113 ; ἃ νῦν ἀπολαβεῖν οὐ δυνάμεθα διὰ πολέμου, ταῦτα διὰ πρεσβείας ῥᾳδίως κομιούμεθα Isocr. 8.22 ; Pol. 3.51.12 u. A. – Daher = retten, erhalten ; im act. bei Pind., ἄρουραν ἔτι πατρίαν σφίσιν κόμισον Ol. 2.14, ἐκ θανάτου P. 3.56, öfter.
[κομέω.]
Fut. κομιῶ Od. 15.546.
Aor. κόμισσα Il. 11.738.
3 sing. κόμισε Il. 14.456, 463. (ἐ)κόμισσε Il. 2.183, 875, Il. 13.579 : Od. 18.322, Od. 20.68.
3 pl. κόμισαν Il. 3.378, Il. 13.196, Il. 23.699.
3 sing. subj. κομίσσῃ Od. 10.298.
Imp. κόμισσον Od. 16.82.
3 sing. aor. mid. (ἐ)κομίσσατο Il. 8.284 : Od. 6.278, Od. 14.316.
3 pl. κομίσαντο Il. 1.594.
2 sing. opt. κομίσαιο Il. 22.286.
Imp. κόμισαι Il. 5.359.
- 1
To tend, care for, minister to : οὐ κομιζόμενος θάμιζεν Od. 8.451.
- 2
To look after, care for, provide for, see to the welfare of, keep supplied the wants of : τὸν γηράσκοντα Il. 24.541. Cf. Od. 18.322, Od. 20.68, Od. 24.251.
In mid. : κομίσσατό σʼ ᾧ ἐνὶ οἴκῳ Il. 8.284.
- 3
To entertain hospitably Od. 15.546, Od. 16.82, Od. 17.113.
- 4
To come to the aid of, supply the needs of: οὔ μοι θέμις ἐστὶ κομιζέμεν ἄνδρα τὸν ὅς κε . . . Od. 10.73. Cf. Od. 10.298.
In mid. Il. 5.359.
To pick up, rescue, come to the relief of, relieve the wants of.
In mid. : σίντιές μʼ ἄνδρες κομίσαντο Il. 1.594. Cf. Od. 6.278, Od. 14.316.
- 5
To attend to, ply (one’s work) : τὰ σʼ αὐτῆς ἔργα κόμιζε Il. 6.490 := Od. 1.356=Od. 21.350.
- 6
To pick up, take up from the ground : τρυφάλειαν Il. 3.378. Cf. Il. 2.183, Il. 13.579.
To carry off as prize, seize upon : χρυσόν Il. 2.875, ἵππους Il. 11.738.
To carry off, take rightful possession of : δέπας
(i.e. as a prize) Il. 23.699.To carry off (corpses) from the enemy Il. 13.196.
To carry, take with one, convey : χηλόν Od. 13.68.
- 7
To receive (a missile in one’s flesh) : κόμισε χροῒ [ἄκοντα] Il. 14.456.
In mid. Il. 22.286.
Sim.: κόμισεν [ἄκοντα] Ἀρχέλοχος Il. 14.463.
- 8
To guard, see to, look after, watch over : δῶμα Od. 16.74, Od. 20.337, κτήματα Od. 23.355.
- 1
- a bring, carry back τοὶ μὲν γένει φίλῳ σὺν Ἀτρέος Ἑλέναν κομίζοντες O. 13.59 ἄνδρʼ ἐκ θανάτου κομίσαι ἤδη ἁλωκότα P. 3.56 “κέλεται γὰρ ἑὰν ψυχὰν κομίξαι Φρίξος” P. 4.159 σώματα δὲ παρὰ Κρονίδαν Κένταυρον ἀσθμαίνοντα κόμιζεν sc. Achilles N. 3.48 ξανθῷ Μενέλᾳ δάμαρτα κομίσαι θοαῖς ἂν ναυσὶ πόρευσαν εὐθυπνόου Ζεφύροιο πομπαὶ πρὸς Ἴλου πόλιν (sc. Αἴαντα) N. 7.28 ὦ Μέγα, τὸ δʼ αὖτις τεὰν ψυχὰν κομίξαι οὔ μοι δυνατόν N. 8.44 fig., τέσσαρας ἐξ ἀέθλων νίκας ἐκόμιξαν N. 2.19
- b preserve Αἴγινα φίλα μᾶτερ, ἐλευθέρῳ στόλῳ πόλιν τάνδε κόμιζε P. 8.99 παροιχομένων γὰρ ἀνέρων, ἀοιδαὶ καὶ λόγοι τὰ καλά σφιν ἔργʼ ἐκόμισαν (Tricl.: ἐκόμιξαν codd.) N. 6.30 “ἱκόμαν οἴκαδʼ, ἀρχαίαν κομίζων πατρὸς ἐμοῦ τιμάν” (ἀρχὰν ἀγκομίζων coni. Chaeris) P. 4.106 add. pr. adj. εὔφρων ἄρουραν ἔτι πατρίαν σφίσιν κόμισον λοιπῷ γένει O. 2.14 ἐν τεσσαράκοντα γὰρ πετόντεσσιν ἁνιόχοις ὅλον δίφρον κομίξαις P. 5.51
Strong 2865
1. to take care of.
2. to carry off safe.
3. to carry off as booty.
4. to bear or carry: Lk 7:37. Mid., to bear for oneself, hence,
(a) to receive: He 10:36 11:13, 39, I Pe 1:9 5:4, II Pe 2:13;
(b) to receive back, recover (in cl. so also act.): Mt 25:27, He 11:19; metaph., of requital, II Co 5:10, Col 3:25; παρὰ Κυρίου, Eph 6:8 (cf. ἐκ-, συν-κομίζω).†
- Ito take care of, provide for, Hom.:— to receive hospitably, to entertain, Thuc.; more commonly in Mid., Hom.
- 2of things, to mind, attend to, give heed to, Hom., etc.; ἔξω κομίζειν πηλοῦ πόδα to keep oneʼs foot out of the mud, Aesch.
- IIto carry away so as to preserve, carry home, carry safe away, Il., etc.; simply, to save, rescue, τινὰ ἐκ θανάτου Pind.; but, νεκρὸν κ. to carry out to burial, Soph., Eur.
- 2to carry off as a prize or as booty, Il., Pind.:—Mid. to get for oneself, receive in full, acquire, gain, Soph., etc.
- 3to carry, convey, bear, Hom., etc.:—Pass. to be conveyed, to journey, travel, Hdt.; εἴσω κομίζου get thee in, Aesch.; so in fut. and aor1 mid., κομιεύμεθα ἐς Σίριν Hdt., etc.
- 4to bring to a place, bring hither, bring in, καρπὸν κ. to gather in corn, Hdt., etc.:—so in Mid., Hdt., Soph.; and perf. pass. in mid. sense, τοὺς καρποὺς κεκόμισθε you have reaped the fruits, Dem.
- 5to conduct, escort, Soph., Plat., etc.; κ. ναῦς Thuc.
- 6to get back, recover, Pind., Eur., Plat., etc.:—Mid. to get back for oneself, recover, Eur., Thuc.; κομίζεσθαι χρήματα to recover a debt, Dem.:—Pass. to come or go back, return, Hdt., Attic
- 7like Lat. affero, to bring, give, Aesch.
-
…καὶ εἴ τι ἐμοῦ κηδόμενος οὐκ οἴει δεῖν ἀναλίσκειν τἀμά, ξένοι οὗτοι ἐνθάδε ἕτοιμοι ἀναλίσκειν · εἷς δὲ καὶ κεκόμικεν ἐπʼ αὐτὸ τοῦτο ἀργύριον ἱκανόν, Σιμμίας ὁ Θηβαῖος, ἕτοιμος δὲ καὶ Κέβης καὶ ἄλλοι πολλοὶ πάνυ. ὥστε…
Plato, Crito
-
…ὑπάρχουσαν πολιτείαν καταλῦσαι, εὖ εἰδὼς ὅτι, εἰ μὴ πασῶν τῶν ἐλπίδων ἀποστερηθήσεσθε, ταχεῖαν παρʼ αὐτοῦ τὴν τιμωρίαν κομιεῖσθε. καὶ τὸ τελευταῖον, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὐ πρότερον εἴασε τὴν ἐκκλησίαν γενέσθαι, ἕως ὁ λεγόμενος ὑπʼ…
Lysias, Speeches
-
…αὐτοῦ παντὶ τρόπῳ ἀπελθεῖν Ἀθήνηθεν, καὶ αὐτοὶ ἔφασαν συνεκπλευσεῖσθαι, ἕως τὰ πράγματα κατασταίη, λέγοντες ὅτι, εἰ κομισθείη εἰς τὴν βουλήν, βασανιζόμενος ἴσως ἀναγκασθήσεται ὀνόματα εἰπεῖν Ἀθηναίων ὧν ἂν ὑποβάλωσιν οἱ βουλόμενοι κακόν τι ἐν τῇ πόλει…
Lysias, Speeches
-
…, ἑκὼν ἀνέστη Ἀγόρατος ἀπὸ τοῦ βωμοῦ · καίτοι νῦν γε βίᾳ φησὶν ἀφαιρεθῆναι. ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν βουλὴν ἐκομίσθησαν, ἀπογράφει Ἀγόρατος πρῶτον μὲν τῶν αὑτοῦ ἐγγυητῶν τὰ ὀνόματα, ἔπειτα τῶν στρατηγῶν καὶ τῶν ταξιάρχων, ἔπειτα δὲ…
Lysias, Speeches
-
…δʼ ἥκει τόλμης ὥστε οὐκ ἐξαρκεῖ περὶ τούτου μόνον αὐτῷ ψεύσασθαι, περὶ τοῦ δεδωκέναι τὸ ἀργύριον, ἀλλὰ καὶ κεκομίσθαι φησί · καίτοι πῶς εἰκός ἐστι τότε μὲν ἡμᾶς τοιαῦτα ἐξαμαρτάνειν οἷα κατηγόρηκεν οὗτος, ἀποστερῆσαι βουλομένους τὰς τριακοσίας δραχμάς…
Lysias, Speeches
-
…ἡγησάμενοι ἐκείνους μέν, εἴ τι ἠδίκουν, ἀποθανόντας δίκην ἔχειν τὴν μεγίστην, τοὺς δὲ κάτω τὰ αὑτῶν οὐ κομίζεσθαι, ἱερῶν δὲ μιαινομένων τοὺς ἄνω θεοὺς ἀσεβεῖσθαι, τὸ μὲν πρῶτον πέμψαντες κήρυκας ἐδέοντο αὐτῶν δοῦναι τῶν νεκρῶν ἀναίρεσιν…
Lysias, Speeches
-
…καλεῖ σε. δεῦρο προσπόλων ἄγʼ αὐτὸν ὅσπερ χερσὶν εὐθύνων κυρεῖς. ἕρποντι φωνεῖς ἢ λελειμμένῳ λόγων ; καὶ δὴ κομίζει προσπόλων ὅδʼ ἐγγύθεν. αἶρʼ αὐτόν, αἶρε δεῦρο · ταρβήσει γὰρ οὒ νεοσφαγῆ που τόνδε προσλεύσσων φόνον, εἴπερ…
Sophocles, Ajax
-
…ξυναλλάσσοντος ὄρνιθος βροτοῖς δίκαιον ἄνδρα τοῖσι δυσσεβεστέροις. ἐν παντὶ πράγει δʼ ἔσθʼ ὁμιλίας κακῆς κάκιον οὐδέν, καρπὸς οὐ κομιστέος · ἄτης ἄρουρα θάνατον ἐκκαρπίζεται. ἢ γὰρ ξυνεισβὰς πλοῖον εὐσεβὴς ἀνὴρ ναύταισι θερμοῖς καὶ πανουργίᾳ τινὶ ὄλωλεν ἀνδρῶν σὺν…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…μὲν Σάρδις Ταβάλῳ ἀνδρὶ Πέρσῃ, τὸν δὲ χρυσὸν τόν τε Κροίσου καὶ τὸν τῶν ἄλλων Λυδῶν Πακτύῃ ἀνδρὶ Λυδῷ κομίζειν, ἀπήλαυνε αὐτὸς ἐς Ἀγβάτανα, Κροῖσόν τε ἅμα ἀγόμενος καὶ τοὺς Ἴωνας ἐν οὐδενὶ λόγῳ ποιησάμενος τὴν πρώτην εἶναι…
Herodotus, The Histories
-
…μούνου πίνει βασιλεὺς καὶ ἄλλου οὐδενὸς ποταμοῦ. τούτου δὲ τοῦ Χοάσπεω τοῦ ὕδατος ἀπεψημένου πολλαὶ κάρτα ἅμαξαι τετράκυκλοι ἡμιόνεαι κομίζουσαι ἐν ἀγγηίοισι ἀργυρέοισι ἕπονται, ὅκῃ ἂν ἐλαύνῃ ἑκάστοτε. ἐπείτε δὲ ὁ Κῦρος πορευόμενος ἐπὶ τὴν Βαβυλῶνα ἐγίνετο ἐπὶ…
Herodotus, The Histories