κομιστήρ
κομιστήρ, conductor
κομισ-τήρ, ῆρος, ὁ, = sq. ΙΙ, E. Hec. 222, Plu. Per. 12.
κομιστήρ, ῆρος (ὁ) qui conduit, Eur. Hec. 222 ; particul. voiturier, Plut. Per. 12.
Étym. κομίζω.
κομιστήρ, ῆρος, ὁ, = κομιστής ; πομποὺς καὶ κομιστῆρας κόρης Eur. Hec. 222, wie Plut. Pericl. 12.
κομιστήρ, ῆρος,
= κομιστής, Eur., Plut.