Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κομμένιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κομηταμυνίας
κομηταμυνίας
Κομητᾶς
κομήτης
Κομήτης
κομῆτις
κομία
κομιδά
κομιδή
κομιδῇ
κομίζω
Κομίνιος
κόμιον
κομίσκη
κομιστέος
κομιστή
κομιστήρ
κομιστής
κομιστικός
κομιστός
κομίστρια
κόμιστρον
κομίτιον
κόμμα
Κομμαγηνή
Κομμαγηνοί
κομματίας
κομματικός
κομματικῶς
κομμάτιον
Κομμένιος
κόμμι
κομμίδιον
κομμιδώδης
κομμίζω
κομμιώδης
κομμός
κομμόω
κομμώ
κομμῶ
κόμμωμα
κόμμωσις
κομμωτής
κομμωτίζομαι
κομμωτίζω
κομμωτικός
κομμώτρια
κομμώτριον
Κομνηνός
Κομνοκάριος
κομοτροφέω
κομόων
κομόωντες
κομπάζω
κόμπαλος
Κομπασεύς
κομπασία
κόμπασμα
κομπασμός
κομπαστής
κομπαστικός
…
Κομμένιος
Save
Bailly 2024
Κομμένιος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Cominius
,
n. d’h. rom.
Plut.
Parall. min.
34
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}