κτίστωρ
κτίστωρ, founder
κτίσ-τωρ, ορος, ὁ,
- = κτίστης, Αἴτνας Pi. Fr. 105; Ἀσιάδος χθονός E. Ion 74; ὁ τῆς στοᾶς κ., of Zeno, Ath. 9.370c; ἀγαθῶν . . εὑρετὴν καὶ κτίστορα Diph. (?)138.
κτίστωρ, ορος (ὁ)
1 fondateur, Pd. (Ar. Av. 926) ; Diph. (Ath. 370c) ||
2 fondateur de colonie, Eur. Ion 74.
Étym. κτίζω.
κτίστωρ, ορος, ὁ, = κτιστής ; Ἀσιάδος χθονός Eur. Ion 74 ; Αἴτνας Pind. bei Ar. Av. 926 ; Sp.; auch Ζήνων ὁ τῆς στοᾶς κτίστωρ, Ath. IX.370c.
κτίστωρ
- 1founder κτίστορ Αἴτνας Hieron. fr. 105. 3.
κτίστωρ, ορος,
= κτίστης, Eur.