Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κτίμενος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κτησίαρχος
Κτησίας
κτησίβιος
Κτησίβιος
Κτησικλῆς
Κτήσιον
κτήσιος
Κτήσιος
Κτησίοχος
κτήσιππος
Κτήσιππος
κτῆσις
Κτῆσις
Κτησιφῶν
Κτήσων
κτητέος
κτητικός
κτητικῶς
κτητορικός
κτητόρισσα
κτητός
κτήτωρ
κτίδεος
κτίζω
κτιλεύω
κτιλίς
κτίλος
κτιλόω
Κτιμένη
κτίμενος
Κτίμενος
κτίν
κτινν
κτίννυμι
κτιννύω
κτίνυμι
κτίς
κτίσις
κτίσμα
κτισματολατρεία
κτισματολατρέω
κτισματολάτρης
κτισμός
κτίσσε
κτιστεῖον
κτιστήρ
κτίστης
κτιστής
κτιστικός
κτιστός
κτίστρια
κτιστύς
κτίστωρ
κτίτερ
κτιτήρ
κτίτης
κτίτωρ
κτίω
κτοίνα
κτοινάτης
κτόνος
…
Κτίμενος
Save
Bailly 2024
Κτίμενος,
ου
(
ὁ
) [
ῐ
] Ktiménos,
h.
A. Rh.
1, 67
.
Étym.
*κτίω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}