Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κτισμός
κτισμός, foundation
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κτῆσις
Κτησιφῶν
Κτήσων
κτητέος
κτητικός
κτητικῶς
κτητορικός
κτητόρισσα
κτητός
κτήτωρ
κτίδεος
κτίζω
κτιλεύω
κτιλίς
κτίλος
κτιλόω
Κτιμένη
κτίμενος
Κτίμενος
κτίν
κτινν
κτίννυμι
κτιννύω
κτίνυμι
κτίς
κτίσις
κτίσμα
κτισματολατρεία
κτισματολατρέω
κτισματολάτρης
κτισμός
κτίσσε
κτιστεῖον
κτιστήρ
κτίστης
κτιστής
κτιστικός
κτιστός
κτίστρια
κτιστύς
κτίστωρ
κτίτερ
κτιτήρ
κτίτης
κτίτωρ
κτίω
κτοίνα
κτοινάτης
κτόνος
κτυπέω
κτύπημα
κτυπητής
κτυπία
κτύπος
κτυπώδης
κτῶ
κυάθειον
κυαθιαῖος
κυαθίζω
κυάθιον
κυαθίς
…
κτισμός
Save
κτισμός, foundation
LSJ
κτισ-μός, ὁ,
foundation,
πόλεως
IGRom.
4.914 (Cibyra).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}