Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κτιστικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κτητορικός
κτητόρισσα
κτητός
κτήτωρ
κτίδεος
κτίζω
κτιλεύω
κτιλίς
κτίλος
κτιλόω
Κτιμένη
κτίμενος
Κτίμενος
κτίν
κτινν
κτίννυμι
κτιννύω
κτίνυμι
κτίς
κτίσις
κτίσμα
κτισματολατρεία
κτισματολατρέω
κτισματολάτρης
κτισμός
κτίσσε
κτιστεῖον
κτιστήρ
κτίστης
κτιστής
κτιστικός
κτιστός
κτίστρια
κτιστύς
κτίστωρ
κτίτερ
κτιτήρ
κτίτης
κτίτωρ
κτίω
κτοίνα
κτοινάτης
κτόνος
κτυπέω
κτύπημα
κτυπητής
κτυπία
κτύπος
κτυπώδης
κτῶ
κυάθειον
κυαθιαῖος
κυαθίζω
κυάθιον
κυαθίς
κυαθίσκος
κύαθος
Κύαθος
κυαθότης
κυαθώδης
κυαίνω
…
κτιστικός
Save
Pape
κτιστικός
,
schöpferisch
, K.S.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}