κτιστύς
κτιστύς, founding
κτισ-τύς, ύος, ἡ, Ion. for κτίσις, Hdt. 9.97.
κτιστύς, ύος (ἡ) ion. c. κτίσις, Hdt. 9, 97.
Étym. κτίζω.
κτιστύς, ύος, ἡ, ion. = κτίσις, die Gründung, μιλήτου Her. 9.97.
κτιστύς, ύος
Ionic for κτίσις, Hdt.