About Report a problem

Menu

κτίστωρ

κτίστωρ, founder

κτίσ-τωρ, ορος, ὁ,
  • = κτίστης, Αἴτνας Pi. Fr. 105; Ἀσιάδος χθονός E. Ion 74; ὁ τῆς στοᾶς κ., of Zeno, Ath. 9.370c; ἀγαθῶν . . εὑρετὴν καὶ κτίστορα Diph. (?)138.

Saved

Recent