λάμπω
λάμπω, to give light, shine, beam, be bright, brilliant, radiant
Could not find λάμπε in Logeion dictionaries.
λάμπε Verb: present active imperative 2nd singular, Verb: imperfect active indicative 3rd singular of λάμπω
- give light, shine, of the gleam of arms, τῆλε δὲ χαλκὸς λάμφʼ ὥς τε στεροπή Il. 10.154, cf. 11.66; λάμπε δὲ χαλκῷ, of Hector, 12.463; φῶς λάμπεσκεν Emp. l.c.; ἀπʼ ὀφθαλμῶν δὲ κακὸν πῦρ . . λάμπεσκε Theoc. 24.19; of the eyes, ὀφθαλμὼ δʼ ἄρα οἱ πυρὶ λάμπετον Il. 13.474; of the sun, Sol. 13.23, etc.; of fire, S. Ant. 1007; ἄλσος λάμπεν ὑπὸ δεινοῖο θεοῦ Hes. Sc. 71:—Med., κόρυθος -ομένης Il. 16.71; λάμπετο δουρὸς αἰχμή 6.319; δαΐδων ὕπο -ομενάων 18.492, Od. (only in this phrase) 19.48, 23.290; χαλκὸς ἐλάμπετο Il. 22.134; of a person, -όμενος πυρί 15.623; τεύχεσι λ. 20.46, Hes. Sc. 60; ὄσσε -έσθην Il. 15.608; πεδίον . . λάμπετο χαλκῷ 20.156, etc.
- 2 of sound, ring loud and clear, παιὰν δὲ λάμπει S. OT 186 (lyr.), cf. 473 (lyr.); cf. λαμπρός I.4.
- 3 metaph., shine forth, be famous or conspicuous, λάμπει κλέος Pi. O. 1.23; ἀρετά Id. I. 1.22, E. Andr. 776 (lyr.); δίκα δὲ λάμπει μὲν ἐν δυσκάπνοις δώμασιν A. Ag. 773 (lyr.); τέκνων οἷς ἂν λάμπωσιν νεάνιδες ἧβαι E. Ion 476 (lyr.); κάλλος Pl. Phdr. 250d.
- b Astrol., of a planet, occupy a favourable position, Ptol. Tetr. 51.
- 4 of persons, φαιδρὸς λάμποντι μετώπῳ with beaming face, Ar. Eq. 550 (anap.); shine, gain glory, οὐδʼ εἰ Κλέων γʼ ἔλαμψε Id. V. l.c.; ἐν ἄλλοις βουσὶν ἰὼν λάμπεσκεν Theoc. 25.141.
- II trans., cause to shine, illumine, δόλιον ἀκταῖς ἀστέρα λάμψας E. Hel. 1131 (lyr.), cf. Ion 83 (anap.), Ph. 226, AP l.c., Trag.Adesp. 33, etc. —Found chiefly in poetry and Com., though the pres. and impf. occur in X. An. 3.1.11 (Med.), Mem. 4.7.7, Pl. Phdr. 250d, Arist. de An. 419a4, and late Prose, and the aor. in Hdt. 6.82 (v.l.), Arist. Mu. 395a15, Plu. Tim. 3, etc.
❶ act.
🄰
🄱 trans. to make brilliant or shiny, illuminate Eur. Hel. 1131, al. Antip.2 (AP 6.249.4) etc.
❷ mid. to glow, shine Il. 16.71, al. etc.; τεύχεσι λαμπόμενος shining in armor Il. 20.46 Bacchyl. Epin. 5.72 etc.; δαΐδων ὕπο λαμπομενάων in the glow of torches Od. 19.48, al. etc.
● usu. poet. ‖ epic impf. 3. sg. λάμπε, mid. 3. sg. λάμπετο | Ion. iter. impf. λάμπεσκε Emped. l.c.
1. stralen, schitteren:
2. causat. met acc. laten schijnen, laten stralen:
1) leuchten, glänzen (vgl. λαμπετάω), vom Glanze der Waffen, oft mit dem Blitz verglichen, τῆλε δὲ χαλκὸς λάμφʼ ὥς τε στεροπή, Il. 10.154, 11.66, u. der Augen, ὀφθαλμὼ δʼ ἄρα οἱ πυρὶ λάμπετον, 13.474 ; vom Blitze, λάμπων πυρὶ κεραυνός Ar. Nub. 395 ; von der Sonne, ἔλαμψε Τ, τάν Anacr. 44.6 ; ἥλιος, ἠώς, Eur. Ion 83, I.A. 158 ; vom Feuer, ἐκ δὲ θυμάτων Ἥφαιστος οὐκ ἔλαμψεν Soph. Ant. 994, wie οὐδʼ ἔτι πῦρ ἐπὶ βώμων λέλαμπεν Eur. Andr. 1025 ; λέλαμπεν Ἴλιος fr. 1295 ; von Fackeln, πεῦκαι, Hel. 1477. – So auch im med., κόρυθος λαμπομένης, Il. 16.71, δαΐδων ὑπὸ λαμπομενάων, 18.492, χαλκὸς ἐλάμπετο εἴκελος αὐγῇ, 22.134 ; vgl. Hes. Sc. 60 ; Eur. Med. 1194 u. sp.D.; seltener in Prosa, σκηπτὸς ἔδοξε πεσεῖν εἰς τὴν οἰκίαν καὶ ἐκ τούτου λάμπεσθαι πᾶσαν Xen. An. 3.1.11 ; λύχνος τῷ πυρὶ λαμπόμενος Luc. Asin. 51, wo man es auch pass. fassen kann, da Eur. das Wort auch trans. braucht, leuchten, erglänzen lassen, ὦ λάμπουσα πέτρα πυρὸς δικόρυφον σέλας Phoen. 226, δόλιον ἀστέρα λάμψας I.A. 1131, was spätere Dichter nachahmen, wie Antip.Thess. 13 (VI.249) λάμψω φέγγος.
2) Uebertr. vom Ruhm, hervorglänzen, λάμπει κλέος Pind. Ol. 1.23, ἀρετά I. 1.22, wie Eur. ἁ δʼ ἀρετὰ καὶ θανοῦσα λάμπει, Andr. 777 ; ähnlich Soph. κἀμὲ ἄστρον ἃς λάμψειν ἔτι, El. 66, παιὰν δὲ λάμπει, O.R. 187, wie φάμα, 475, u. öfter von der Stimme (vgl. λαμπρός). – Von der Schönheit, Plat. Phaedr. 250d.
(ἀπο-, ἐπι-)
To shed beams of bright light, to shine, flash, glitter, glisten : τεύχεα ποικίλʼ ἔλαμπεν Il. 4.432. Cf. Il. 10.154, Il. 11.45, 66, Il. 12.463, Il. 13.245 = Il. 22.32, Il. 13.474.
In mid. : λάμπετο δουρὸς αἰχμή Il. 6.319 = Il. 8.494. Cf. Il. 13.341, Il. 15.608, 623, Il. 16.71, Il. 17.214, Il. 18.492, 510, Il. 19.366, Il. 20.46, 156, Il. 22.134 : δαΐδων ὕπο λαμπομενάων Od. 19.48, Od. 23.290.
- 1shine τοῖσι λάμπει μὲν μένος ἀελίου τὰν ἐνθάδε νύκτα κάτω Θρ. 7. 1. ἱππεύει πυρσῷ κατάκομος λάμποντι (sc. Ἥλιος) ?fr. 356. met., λάμπει δέ οἱ κλέος ἐν Πέλοπος ἀποικίᾳ O. 1.23 λάμπει δὲ σαφὴς ἀρετὰ I. 1.22 ἀλλʼ ἀνεγειρομένα χρῶτα λάμπει, Ἀοσφόρος θαητὸς ὣς ἄστροις ἐν ἄλλοις (sc. φάμα παλαιά) I. 4.23 ἔλαμψαν δʼ ἀελίου δέμας ὅπως ἀγλαὸν ἐς φάος ἰόντες δίδυμοι παῖδες (ΠS: ἔλαμψε Π.) Πα. 12. 14. λάμπει δὲ χρόνῳ ἔργα μετʼ αἰθέρʼ ἀερθέντα fr. 227. 2.
- Ito give light, shine, beam, be bright, brilliant, radiant, of the gleam of arms, Il.; of the eyes, Il.; of fire, Soph.:—Mid. or Pass., λαμπομένης κόρυθος Il., etc.
- 2of sound, to be clear, ring loud and clear, Soph.
- 3metaph. to shine forth, to be famous or conspicuous, Aesch., Eur., etc.
- 4of persons, φαιδρὸς λάμποντι μετώπωι with beaming face, Ar.: to shine, gain glory, Ar.
- IItrans. to make to shine, light up, Eur., Anth.
-
…ἑταῖροι εὗδον, ὑπὸ κρασὶν δʼ ἔχον ἀσπίδας · ἔγχεα δέ σφιν ὄρθʼ ἐπὶ σαυρωτῆρος ἐλήλατο, τῆλε δὲ χαλκὸς λάμφʼ ὥς τε στεροπὴ πατρὸς Διός · αὐτὰρ ὅ γʼ ἥρως εὗδʼ, ὑπὸ δʼ ἔστρωτο ῥινὸν βοὸς ἀγραύλοιο, αὐτὰρ…
Homer, Iliad
-
…ἔθλασε, θαῦμα ἰδέσθαι. πᾶν μὲν γὰρ κύκλῳ τιτάνῳ λευκῷ τʼ ἐλέφαντι ἠλέκτρῳ θʼ ὑπολαμπὲς ἔην χρυσῷ τε φαεινῷ λαμπόμενον, κυάνου δὲ διὰ πτύχες ἠλήλαντο. ἐν μέσσῳ δʼ ἀδάμαντος ἔην Φόβος οὔ τι φατειός, ἔμπαλιν ὄσσοισιν πυρὶ…
Hesiod, Shield of Heracles
-
…χθόνα μῦθον ἄκουον τόν ῥʼ Ἕκτωρ ἀγόρευε Διῒ φίλος · ἐν δʼ ἄρα χειρὶ ἔγχος ἔχʼ ἑνδεκάπηχυ · πάροιθε δὲ λάμπετο δουρὸς αἰχμὴ χαλκείη, περὶ δὲ χρύσεος θέε πόρκης, τῷ ὅ γʼ ἐρεισάμενος ἔπεα Τρώεσσι μετηύδα · κέκλυτέ μευ…
Homer, Iliad
-
…ἢ ὀλοὸν πῦρ οὔρεσι μαίνηται βαθέης ἐν τάρφεσιν ὕλης · ἀφλοισμὸς δὲ περὶ στόμα γίγνετο, τὼ δέ οἱ ὄσσε λαμπέσθην βλοσυρῇσιν ὑπʼ ὀφρύσιν, ἀμφὶ δὲ πήληξ σμερδαλέον κροτάφοισι τινάσσετο μαρναμένοιο Ἕκτορος · αὐτὸς γάρ οἱ ἀπʼ αἰθέρος ἦεν ἀμύντωρ…
Homer, Iliad
-
…μʼ ὀδυρομένη εἰρήσεται ἀμφὶς ἕκαστα. ὣς φάτο, Τηλέμαχος δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει κείων ἐς θάλαμον, δαΐδων ὕπο λαμπομενάων, ἔνθα πάρος κοιμᾶθʼ, ὅτε μιν γλυκὺς ὕπνος ἱκάνοι · ἔνθʼ ἄρα καὶ τότʼ ἔλεκτο καὶ Ἠῶ δῖαν ἔμιμνεν…
Homer, Odyssey
-
…οὐδέ κε φαίης τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντʼ ἐν στήθεσιν αὐδήν, σιγῇ δειδιότες σημάντορας · ἀμφὶ δὲ πᾶσι τεύχεα ποικίλʼ ἔλαμπε, τὰ εἱμένοι ἐστιχόωντο. Τρῶες δʼ, ὥς τʼ ὄϊες πολυπάμονος ἀνδρὸς ἐν αὐλῇ μυρίαι ἑστήκασιν ἀμελγόμεναι γάλα λευκὸν…
Homer, Iliad
-
…ἀνοίκτως · ἐν δʼ ἄλοχοι πολιαί τʼ ἔπι ματέρες ἀχὰν παραβώμιον ἄλλοθεν ἄλλαν λυγρῶν πόνων ἱκετῆρες ἐπιστενάχουσιν. παιὰν δὲ λάμπει στονόεσσά τε γῆρυς ὅμαυλος ὧν ὕπερ, ὦ χρυσέα θύγατερ Διός, εὐῶπα πέμψον ἀλκάν. Ἄρεά τε τὸν μαλερόν…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…ἀνδρῶν · ἐν δὲ μέσοισι κορύσσετο δῖος Ἀχιλλεύς. τοῦ καὶ ὀδόντων μὲν καναχὴ πέλε, τὼ δέ οἱ ὄσσε λαμπέσθην ὡς εἴ τε πυρὸς σέλας, ἐν δέ οἱ ἦτορ δῦνʼ ἄχος ἄτλητον · ὃ δʼ ἄρα Τρωσὶν μενεαίνων δύσετο…
Homer, Iliad
-
…ἔτι μοῖραν ἔχοντες Ἀργεῖοι, Τρώων δὲ πόλις ἐπὶ πᾶσα βέβηκε θάρσυνος · οὐ γὰρ ἐμῆς κόρυθος λεύσσουσι μέτωπον ἐγγύθι λαμπομένης · τάχα κεν φεύγοντες ἐναύλους πλήσειαν νεκύων, εἴ μοι κρείων Ἀγαμέμνων ἤπια εἰδείη · νῦν δὲ στρατὸν ἀμφιμάχονται .…
Homer, Iliad
-
…, κυάνου δὲ διὰ πτύχες ἠλήλαντο. ἐν μέσσῳ δʼ ἀδάμαντος ἔην Φόβος οὔ τι φατειός, ἔμπαλιν ὄσσοισιν πυρὶ λαμπομένοισι δεδορκώς · τοῦ καὶ ὀδόντων μὲν πλῆτο στόμα λευκὰ θεόντων, δεινῶν ἀπλήτων, ἐπὶ δὲ βλοσυροῖο μετώπου δεινὴ Ἔρις…
Hesiod, Shield of Heracles