About Report a problem

Menu

περιλείπομαι

περιλείπομαι, to be left remaining, remain over, survive

Could not find περιλείπεσθαι in Logeion dictionaries.

περιλείπεσθαι present middle infinitive of περιλείπομαι

See περιλείπεσθαι in Morpho

περιλείπομαι, Med. and Pass.,
  • remain over, survive, ὅσσοι δʼ ἂν πολέμοιο περὶ στυγεροῖο λίπωνται Il. 19.230; τὸν περιλειφθέντα Hdt. 1.82; ὑπὸ τῶν κόρεων εἴ μού τι περιλειφθήσεται Ar. Nu. 725; τοὺς περιλελειμμένους φίλων E. Hel. 426, cf. Pl. Ti. 23c (Pass.), Arist. Oec. 1350a29, etc.

Saved

Recent