φυσέω Save Bailly 2024 Pape φυσέω, v. φυσάω. φυσέω, [ῡ], ion. statt φυσάω ; ἄλλων φυσεόντων Her. 4.2 ; auch φυσεωμένας φλέβας, ibd., statt φυσωμένας.