ἀλλοιοσχήμων
ἀλλοιοσχήμων, of varying form
Could not find ἀλλοιοσχήμονας in Logeion dictionaries.
ἀλλοιοσχήμονας feminine accusative plural, masculine accusative plural of ἀλλοιοσχήμων
ἀλλοιο-σχήμων, ον,
- of varying form, κόσμοι Epicur. Fr. 82, cf. S.E. M. 7.206.
de forma variada
κόσμους ... σφαιροειδεῖς, καὶ ᾠειδεῖς ἄλλους καὶ ἀλλοιοσχήμονας ἑτέρους
ἀλλοιο·σχήμων, ων, ον, gén. ονος, d’aspect différent, DL. 10, 74 ; Sext. M. p. 413.
Étym. ἀ. σχῆμα.