ἐνθυμητέον
ἐνθυμητέον, one must reflect
ἐνθῡμ-ητέον,
- one must reflect, νυκτός Epich. 270; τόδε, ὅτι . . And. 1.7; ἐ. [ὑμῖν] . . παρʼ ἄλλων ἀκούουσι D. 4.3.
1 hay que reflexionar, hay que pensar
αἴ τι κα ζατῇς σοφόν, τᾶς νυκτός ἐ.
2 hay que considerar, hay que pensar en c. ac.
τόδε ἐ., ὅτι ...
τοῦτο ἐ. ὡς
ἐνθυμητέον [ῡ] vb. d’ἐνθυμέομαι, Epich. fr. 137 Ahrens ; Dém. 40, 18.