ἐνθυμία
ἐνθυμία, a scruple, misgiving
ἐνθῡμ-ία, ἡ,
- cause of misgiving, ἐς ἐνθυμίαν τινὶ προβάλλεσθαι Th. 5.16.
reflexión
Πλειστοάναξ δὲ ... ἐς ἐνθυμίαν τοῖς Λακεδαιμονίοις αἰεὶ προβαλλόμενος ὑπ' αὐτῶν
ἐνθυμία, ας (ἡ) [ῡ] réflexion, pensée, Thc. 5, 16 ; Jambl. V. Pyth. 20.
Étym. ἔνθυμος.
ἐνθυμία, [ῡ], ἡ, das Erwägen, Beherzigen ; ἐς ἐνθυμίαν τοῖς Λακεδαιμονίοις ἀεὶ προβαλλόμενος ὑπʼ αὐτῶν (τῶν ἐχθρῶν) Thuc. 5.16, den Lazedämoniern immer zur Erwägung empfohlen ; Sp.
ἐνθυμία
ἐνθῡμία, ἡ,
from ἐνθυμέομαι
- a scruple, misgiving, Thuc.