ὠμοδέψητος Save ὠμοδέψητος, raw-tanned LSJ Pape ὠμο-δέψητος, ον, raw-tanned, Suid. s.v. Σεμίραμις. ὠμοδέψητος, roh gegerbt, Suid. v. Σεμίραμις.