Θαλία
Θαλία, Festivity
Θαλία, ας (ἡ) [θᾰ] Thalia (Thalie)
1 une des trois Grâces, Hés. Th. 909 ||
2 Muse de la comédie, Plut. M. 744f, 746 ||
➳ Ion. Θαλίη, Hés. l. c.
Étym. cf. Θάλεια.
Θᾰλία
- a Festivity, one of the Graces. ὦ πότνιʼ Ἀγλαία φιλησίμολπέ τʼ Εὐφροσύνα, θεῶν κρατίστου παῖδες, Θαλία τε ἐρασίμολπε O. 14.15
- b pl., festivity, holiday Ἐρατιδᾶν τοι σὺν χαρίτεσσιν ἔχει θαλίας καὶ πόλις O. 7.94 ἀείδετο δὲ πὰν τέμενος τερπναῖσι θαλίαις O. 10.76 καὶ σὺν εὐφώνοις θαλίαις ὀνυμαστάν (sc. πόλιν) P. 1.38 (Ὑπερβορέων) ὦν θαλίαις ἔμπεδον εὐφαμίαις τε μάλιστʼ Ἀπόλλων χαίρει P. 10.34 στεφάνων καὶ θαλιᾶν τροφὸν ἄλσος Ἀπόλλωνος Pae. 6.14 dub. ex. θ[αλί]αν. (supp. Snell) Pae. 6.183