θαλασσώδης
θᾰλασσ-ώδης, ες,
- = θαλασσοειδής, λίμνη Hanno Peripl. 14; gloss on οἰδματόεις, Sch. Opp. H. 5.273.
θαλασσώδης, ης, ες [θᾰ] c. θαλασσοειδής, Hann. Per. p. 30.
Étym. θ. -ωδης.
θαλασσώδης, = θαλασσοειδής, Hanno Peripl.