θαλερῶπις
θᾰλερῶπις, ιδος, ἡ, (ὤψ)
- = θαλερόμματος, Ἠριγένεια AP 7.204 (Agath.).
θαλερ·ῶπις, ιδος [ᾰ] adj. f. au visage frais, jeune, Anth. 7, 204.
Étym. θαλερός, ὤψ.
θαλερῶπις, ιδος, = θαλερόμματος, Ἠώς, Agath. 85 (VII.204).
θαλερῶπις
θᾰλερ-ῶπις, ιδος
ὤψ
= θαλερόμματος, Anth.