θαλερόμματος
θαλερόμματος, bright-eyed
θᾰλερόμμᾰτος, ον,
- bright-eyed, αἰθήρ Orph. H. 80.5.
θαλερ·όμματος, ος, ον [ᾰᾰ] aux yeux pleins de fraîcheur, de jeunesse, Orph. H. 79, 5.
Étym. θαλερός, ὄμμα.
θαλερόμματος, mit blühenden, frischen Augen, Orph. H. 80.5.