Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Λευκοφρυηνή
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λευκόταρσος
λευκότης
λευκοτράχηλος
λευκότριχα
λευκοτριχέω
λευκότριχος
λευκότροφα
λευκότροφος
Λευκουλλιανός
Λεύκουλλος
λευκουργέω
λευκουργός
λεύκουρος
λευκοϋφής
λευκοφαής
λευκόφαιος
λευκοφανής
λευκοφαρινόχροοι
λευκόφθαλμος
λευκοφλεγματέω
λευκοφλεγματία
λευκοφλεγματίας
λευκοφλέγματος
λευκοφλεγματώδης
λευκόφλοιος
λευκοφόντης
λευκοφορέω
λευκοφορινόχροος
λευκοφόρος
Λευκοφρυηνά
Λευκοφρυηνή
λεύκοφρυς
λευκόφρυς
Λευκόφρυς
Λεύκοφρυς
λευκοφυής
λευκόφυλλος
λευκοχίτων
λευκοχίτωνος
λευκόχλωρος
λευκόχριστος
λευκοχροέω
λευκόχροια
λευκόχροιος
λευκόχροος
λευκόχρους
λευκόχρυσος
λευκοχρώματος
λευκόχρωμος
λευκόχρως
λευκόψαρος
λευκόω
Λεῦκτρα
Λευκτρίδες
Λευκτρικός
Λευκτρίς
Λεῦκτρον
Λευκυανίας
λευκώλενος
λεύκωμα
λευκωματίζομαι
…
Λευκοφρυηνή
Save
LSJ
Λευκοφρῠ-ηνή, ἡ,
epith. of Artemis at Magn. Mae.,
SIG
558.12 (ibid.), al.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}