Λευκτρικός Save Λευκτρικός, of Leuctra Brill-Montanari Bailly 2024 Λευκτρικός -ή -όν [Λεῦκτρα] from Leuktra Plut. Pel. 16.1, al. Λευκτρικός, ή, όν, de Leuctres, Plut. Pel. 16, 20, etc. Étym. Λεῦκτρα.