λευκοχίτων
λευκοχίτων, white-coated
λευκοχίτων -ωνος Nonn. D. 20.124 Mus.1 62, see λευκοχί̆τωνος.
λευκο·χίτων, ωνος (ὁ, ἡ) [ῐ] à tunique blanche, Batr. 37.
Étym. λ. χιτών.
λευκοχίτων, ωνος, weiß gekleidet, ἥπατα, Batrach. 37.
λευκοχίτων
λευκο-χίτων (ῐ), ωνος,
- white-coated, Batr.See also LSJ Supp.