λευκοχρώματος
λευκο-χρώματος, ον,
- = λευκόχρως, Phint. ap. Stob. 4.23.61a.
λευκοχρώμᾰτος -ον [λευκόχρως ] Phint. (Stob. 4.23.61a), see λευκόχρως.
λευκο·χρώματος, ος, ον [ᾰ] c. le suiv. Phintys (Stob. Fl. 74, 61).
Étym. λ. χρῶμα.
λευκοχρώματος, = λευκόχρως, Phintys bei Stob. fl. 74.61.