Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λευκόχρωμος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λευκόφθαλμος
λευκοφλεγματέω
λευκοφλεγματία
λευκοφλεγματίας
λευκοφλέγματος
λευκοφλεγματώδης
λευκόφλοιος
λευκοφόντης
λευκοφορέω
λευκοφορινόχροος
λευκοφόρος
Λευκοφρυηνά
Λευκοφρυηνή
λεύκοφρυς
λευκόφρυς
Λευκόφρυς
Λεύκοφρυς
λευκοφυής
λευκόφυλλος
λευκοχίτων
λευκοχίτωνος
λευκόχλωρος
λευκόχριστος
λευκοχροέω
λευκόχροια
λευκόχροιος
λευκόχροος
λευκόχρους
λευκόχρυσος
λευκοχρώματος
λευκόχρωμος
λευκόχρως
λευκόψαρος
λευκόω
Λεῦκτρα
Λευκτρίδες
Λευκτρικός
Λευκτρίς
Λεῦκτρον
Λευκυανίας
λευκώλενος
λεύκωμα
λευκωματίζομαι
λευκωματίζω
λευκωματικός
λευκωμάτιον
λευκωματώδης
λευκών
Λεύκων
Λευκωνία
Λευκωνίδαι
Λευκωνίδης
Λευκώνιον
λευκωπίας
λευκῶπις
Λευκωσία
λεύκωσις
λευκωτής
λεῦραι
λευρός
Λεῦρος
…
λευκόχρωμος
Save
LSJ
λευκό-χρωμος, ον,
=
foreg., κάμηλος
PGrenf.
2.74.7 (iv A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}