About Report a problem

Menu

πηδαλιουχέω

πηδαλιουχέω, steer

πηδαλι-ουχέω,
  • steer, Ph. 1.131: metaph., π. τὴν τῆς εὐσεβείας ναῦν LXX 4 Ma. 7.1; π. τὸ κοινὸν τοῦ κόσμου σκάφος, of God, Ph. 1.516; govern, τὰ σύμπαντα Boeth.Stoic. 3.266, Ph. 1.370.

Saved

Recent