Τρωγλοδύτις Save Bailly 2024 Τρωγλοδύτις, ιδος, acc. -ιν (ἡ) c. Τρωγλοδυτικός, El. N.A. 17, 3, etc. ; ἡ Τρ. (s. e. χώρα) c. ἡ Τρωγλοδυτική, Plut. De fac. in orb. Lun. 25, 15, etc.