τρωγλοδύτις Save LSJ Bailly 2024 Pape τρωγλο-δύτις, v. τρωγλῖτις. τρωγλο·δύτις, ιδος (ἡ) [ῠ] c. τρωγλῖτις, Gal. 13, 885 ; A. Tr. 2, p. 149 ; 5, p. 248. Étym. fém. de τρωγλοδύτης. τρωγλοδύτις, ἡ, = τρωγλῖτις, Sp.