τρωγλόδυτος
τρωγλό-δῠτος, ον,
- = τρωγλοδυτικός I, Arist. PA 691a26.
τρωγλό·δυτος, ος, ον [ῠ] c. τρωγλοδύτης, Arstt. P.A. 4, 11, 9.
τρωγλόδυτος, = τρωγλοδύτης, ζῷα Arist. part.anim. 4.11.9.