αἰσχυντηρός
αἰσχυντηρός, modest, shameful
αἰσχυν-τηρός, ά, όν,
- = αἰσχυντηλός, in Comp., Pl. Grg. 487b.
pudoroso, púdico
γυνή
αἰσχυντηρός, ά, όν (seul. cp. -ότερος) timide, modeste, Plat. Gorg. 487b.
αἰσχυντηρός, = αἰσχυντηλός, Plat. Gorg. 487b im Kompar.
αἰσχυντηρός
= αἰσχυντηλός, Plat.