αἰτηματικός
αἰτηματικός, disposed to ask
αἰτ-ηματικός, ή, όν,
- disposed to ask, Artem. 4.2.
pedido
(ὀνείρους) αἰτηματικοὺς καλοῦμεν διὰ τὸ αἰτεῖν τι παρὰ θεοῦ ἰδεῖν
αἰτηματικός, ή, όν [ᾰ] qui implique une question, Artém. 4, 2.
αἰτηματικός, fordernd, Artem. 4.2.