Αἰσωνίς
Esónide
ἡ πόλις Αἰ.
Αἰσωνίς, ίδος (ἡ) d’Æsôn, v. de Magnésie, A. Rh. 1, 411.
Αἰσωνίς test., Σ Ap. Rhod., 1. 411, Αἰσωνὶς πόλις τῆς Μαγνησίας ἀπὸ τοῦ πατρὸς Ἰάσονος, ὡς καὶ Πίνδαρός φησι fr. 273.
Esónide
ἡ πόλις Αἰ.